χόλιασμα

χόλιασμα
τό
1) гнев, ярость; 2) раздражение, недовольство, досада

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "χόλιασμα" в других словарях:

  • χόλιασμα — το, ατος χολή, δυσαρέσκεια, κάκιωμα: Θα του περάσει το χόλιασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χόλιασμα — το, Ν [χολιάζω] οργή, θυμός ή δυσαρέσκεια …   Dictionary of Greek

  • χολιαστικός — ή, ό, Ν [χολιάζω] αυτός που γίνεται με χόλιασμα ή αυτός που προέρχεται από χόλιασμα …   Dictionary of Greek

  • κάκιωμα — το το αποτέλεσμα του κακιώνω, θυμός, κακία, χόλιασμα, δυσαρέσκεια: Μεταξύ φίλων δεν πρέπει να υπάρχει κάκιωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»